Αναγνώστες

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Τι ησυχία Θεέ μου …


Δύο δωμάτια, έξυπνα ξέχωρα με ημιδιαφανή χώρισμα. Ένας μικρός διάδρομος, ένα σαλόνι με μια πολυθρόνα, ένα τριθέσιο καναπέ ν’ακουμπάει  τη πλάτη του  σε καθρέφτη, δίπλα ένα μπαράκι και μπροστά από αυτό μια μικρή τραπεζαρία. Απέναντι από τον καναπέ, μετά το τραπεζάκι με όλο το απαραίτητο διαφημιστικό υλικό, ένα γραφείο, επίσης εξοπλισμένο με όλα τα χρειαζούμενα. Λίγα βήματα πιο πέρα, το επόμενο δωμάτιο. Καθρέφτης πάνω σε σκούρο χαμηλό έπιπλο και δίπλα τηλεόραση. Το παράθυρο βλέπει σε ακάλυπτο. Το κρεβάτι μεγάλο σκεπασμένο με εμπριμέ κάλυμμα σε αποχρώσεις του σκούρου πράσινου. Μοκέτα από άκρη σε άκρη, παχιά και ζεστή.

Η πόρτα άνοιξε, καταλάθος ..
-          - Ευτυχώς, είμαστε ήσυχοι
-          - Δυστυχώς, φτάσαμε την ησυχία

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

ΕΓΡΑΨΕ Ο ...

... Εμείς δεν ξέρουμε γιατί ζούμε. Γκρεμίστηκαν οι ναοί της καρδιάς μας και τίποτα δεν μπορούμε να χτίσουμε πάνω στα ρημάδια. Η υπόθεση ξέφυγε από τα χέρια μας. Στην καρδιά μας δεν μένει παρά πίκρα και κενό ...

... Μα τότε γιατί να ζει μια τέτοια άχρηστη καρδιά; ...

... Αδυναμίες αδικαιολόγητες!!! ...

... Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

τα κουλουράκια


Κως. Υπέροχο νησί. Δεν ξέρω όμως αν ποτέ θα ξαναπάω. Κάποτε μου είχε μπει η ιδέα σ’αυτό το κομμάτι ξηράς να ξορκίσω ό,τι με έπνιγε. Τώρα, μετά από τουλάχιστον μια δεκαπενταετία, ξέρω πως ήταν απλά μια ιδέα.
Έξι μέρες διακοπές. Αλήθεια, τότε από τι χρειαζόμουν διακοπές; Μάλλον πολύ νωρίς είχα απομυθοποιήσει τις «ονειρεμένες» μέρες. Αναζητούσα πάντα την ευτυχία της καθημερινότητας, μόνο που το κόστος της είναι τεράστιο.
Έξι μέρες λοιπόν και η έκτη, η τελευταία, έμεινε χαραγμένη. Στο λιμάνι για την επιστροφή. Όχι, το τέλος δεν μου έφερνε λύπη. Ποτέ. Η όμοια αρχή με δυσκολεύει. Ήταν απόγευμα. Σκέφτηκα ν’αγοράσω κουλουράκια. Η σκέψη καλή, η ποσότητα κακή. Αντί τρία πήρα πέντε. Εκείνα τα δύο παραπάνω έκαναν τη «χαρακιά». Μέχρι το Πειραιά είχα διδαχτεί  το τι είναι «καλό» και τι είναι «κακό».

Μην αγοράσετε ποτέ παραπάνω ακόμα κι όταν το παραπάνω δεν φτάνει.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Ένας καφές


Πάνε πάνω από δυόμιση χρόνια. Εκδρομή στο βουνό. Η τελευταία. Μετά πήρα τα όρη και τα βουνά μόνη μου. Δασικό χωριό. Από κάθε άποψη υπέροχο. Πώς να το περιγράψω; Έχω αρχίσει να πιστεύω πως οι περιγραφές βλάπτουν σοβαρά την .. υγεία και σχεδόν πάντα τη ζωή. Ας είναι. Ξύλινα σπιτάκια με τζάκια και τεράστια παράθυρα να αγναντεύεις έλατα. Μικρές βεράντες για να ρεμβάζεις και να ησυχάζεις. Αν ήμουν μόνη μου, αν μπορούσα να είμαι μόνη μου, ίσως οι εκδρομές των βουνών να ήταν πιο συχνές. Πάντα, το «ίσως» και το «σχεδόν» μας περιορίζει. Δεν συμφωνείτε;
Φτάσαμε μεσημέρι. Θυμάμαι πως η πρώτη σκέψη μου ήταν να ξεκουραστώ. Βασικά να κοιμηθώ. Μεγάλη ανάγκη ο ύπνος όσο και η πολυτέλειά του. Εκείνο το μεσημέρι τα κατάφερα. Βυθίστηκα. Ναι βυθός ήταν. Απεριόριστος γι’αυτό και αξέχαστος. Τα «όρια» που λέγαμε μόνο σε τέτοιο ύπνο χάνονται. Κι έτσι .. κοιμήθηκα. Ξένοιαστη πως δεν περίμενα τίποτα. Και τότε – δηλαδή μετά από κάμποσες ώρες – έλαβα. Τι; Έναν καφέ. Έναν απρόσμενο καφέ, έτσι, σαν δώρο – άδωρο. Με το που άνοιξα τα μάτια μου, μέχρι να επανέλθω και να συναντήσω τα όρια – μην ξεχνιόμαστε – η καλεσμένη μου (!!) στην εκδρομή, μού πρόσφερε ένα φραπεδάκι.
Τι άλλο μπορεί να θέλει κανείς;
Εγώ, δεν χρειάζομαι περισσότερα.

Σάββατο 9 Απριλίου 2011

Μια πρόστυχη αυταπάτη.


Χριστούγεννα. Τα πρώτα σε ιδιόκτητο σπίτι. Δάνειο για δεκαπέντε χρόνια. Γολγοθάς που ανέβηκα μόνη μου. Ξεκάθαρο αυτό από την αρχή. Υπολόγισα και την ηλικία μου όταν θα έφτανα στη κορφή του. Τα κατάφερα και δεν τα κατάφερα .. Άλλο θέμα αυτό βέβαια, δεν φωτογραφίζεται, αλλά πώς να μην αναφερθεί, πάει δίπλα δίπλα με την σημερινή λήψη. Κατέβαινα την εσωτερική σκάλα του σπιτιού, τότε ήταν το σπίτι Μου, προχωρημένο απόγευμα με φως φυσικό που έμπαινε από τα γυάλινα τούβλα της πρόσοψής του και κοντοστάθηκα σ’ένα σκαλί της, κάθισα και χάζεψα από ψηλά το χώρο. Το καθιστικό με αφράτους καναπέδες χωρίς ίχνος ξύλου στα αγαπημένα μου χρώματα, τα μπλε του ουρανού και της θάλασσας ξαπλωμένους σε ζαχαρένια αμμουδιά. Χωρίς αμμουδιά δεν υπάρχει θάλασσα. Τη μικρή τραπεζαρία σε τριανταφυλλένιο χρώμα δίπλα στο μεγάλο παράθυρο για να φωτίζεται από τον ήλιο και την βαθυκόκκινη ποδιά που είχα στρώσει από κάτω της. Τα τριαντάφυλλα αναζητούν το χρώμα τους. Στο βάθος ένα όριο, ένας πάγκος σε γκριζοπράσινο χρώμα να χωρίζει το νερό και τη φωτιά. Γκρι και απαλό πράσινο στη κουζίνα. Όλα καταλήγουν στα χρώματα της φύσης. Το γκρι ειδικά σε μένα. Ο φόντος μου. Ικανοποίηση. Μου άρεσε ό,τι είχα φτιάξει. Έκανα να σηκωθώ, να κατέβω, να φτιάξω καφεδάκι και να βγω στη βεράντα, εκεί που όλα είναι λευκά. Σκάλωσα. Στο ύψος του σκαλιού και ακριβώς απέναντι, στο τοίχο, Εγώ .. σε ζωγραφιά. Με κοίταξα. Πάντα όταν περνάω από αυτό το σκαλί, με κοιτάω. Όσο και να με κοιτάξω όμως δεν με συνηθίζω. Χρόνια και χρόνια το ίδιο μου λέω: κάτι θα γίνει …
Τι πρόστυχη αυταπάτη!!