Αναγνώστες

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Ένας καφές


Πάνε πάνω από δυόμιση χρόνια. Εκδρομή στο βουνό. Η τελευταία. Μετά πήρα τα όρη και τα βουνά μόνη μου. Δασικό χωριό. Από κάθε άποψη υπέροχο. Πώς να το περιγράψω; Έχω αρχίσει να πιστεύω πως οι περιγραφές βλάπτουν σοβαρά την .. υγεία και σχεδόν πάντα τη ζωή. Ας είναι. Ξύλινα σπιτάκια με τζάκια και τεράστια παράθυρα να αγναντεύεις έλατα. Μικρές βεράντες για να ρεμβάζεις και να ησυχάζεις. Αν ήμουν μόνη μου, αν μπορούσα να είμαι μόνη μου, ίσως οι εκδρομές των βουνών να ήταν πιο συχνές. Πάντα, το «ίσως» και το «σχεδόν» μας περιορίζει. Δεν συμφωνείτε;
Φτάσαμε μεσημέρι. Θυμάμαι πως η πρώτη σκέψη μου ήταν να ξεκουραστώ. Βασικά να κοιμηθώ. Μεγάλη ανάγκη ο ύπνος όσο και η πολυτέλειά του. Εκείνο το μεσημέρι τα κατάφερα. Βυθίστηκα. Ναι βυθός ήταν. Απεριόριστος γι’αυτό και αξέχαστος. Τα «όρια» που λέγαμε μόνο σε τέτοιο ύπνο χάνονται. Κι έτσι .. κοιμήθηκα. Ξένοιαστη πως δεν περίμενα τίποτα. Και τότε – δηλαδή μετά από κάμποσες ώρες – έλαβα. Τι; Έναν καφέ. Έναν απρόσμενο καφέ, έτσι, σαν δώρο – άδωρο. Με το που άνοιξα τα μάτια μου, μέχρι να επανέλθω και να συναντήσω τα όρια – μην ξεχνιόμαστε – η καλεσμένη μου (!!) στην εκδρομή, μού πρόσφερε ένα φραπεδάκι.
Τι άλλο μπορεί να θέλει κανείς;
Εγώ, δεν χρειάζομαι περισσότερα.